Το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, στον χώρο εκδηλώσεων της οργανώσεως Αθηνών του ΑΡΜΑτος, πραγματοποιήθηκε με απόλυτη επιτυχία, ενώπιον πολυαρίθμου ακροατηρίου, ημερίδα αφιερωμένη στον βίο και το έργο του Ιούλιου Έβολα. Παλαιοί και νέοι αγωνιστές και υποστηρικτές των ιδεών του εθνοκοινοτισμού, γνώστες και μη του έργου του σπουδαίου Ιταλού φιλοσόφου, είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τρεις πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, μέσω των οποίων παρουσιάστηκαν βασικές πτυχές της εβολιανής κοσμοθεάσεως. Ο πρώτος ομιλητής αναφέρθηκε στην μεταφυσική διάσταση της Αναβάσεως, όπως πραγματώνεται ιδίως στην ορειβασία και εν γένει στα υψηλής επικινδυνότητος ορεινά αθλήματα και παράλληλα στην επιδίωξη κατακτήσεως των πάσης φύσεως κορυφών, των εσωτερικών επιτεύξεων και της (αυθ-)υπερβάσεως – επιδίωξη που, όπως αναλύθηκε, αποτελεί προτεραιότητα του ΑΡΜΑτος, στην οποία άλλωστε συμβολικά παραπέμπει το ίδιο το ανωτροπικό έμβλημα του ΆΡΜΑτος. Ακολούθησε εισήγηση-ανάλυση αναφορικά με την αξία συγκερασμού γνώσεως, δράσεως και ενατενίσεως, στο πλαίσιο του «μεγάλου» και του «μικρού» ιερού πολέμου, των δυο όψεων δηλαδή του αγώνος (εσωτερικού και εξωτερικού) που πραγματώνεται σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ο τρίτος εισηγητής παρουσίασε την στενή σχέση του ΑΡΜΑτος με την ευρωπαϊκή εσωτερική παράδοση και την σημασία της εβολιανής σκέψεως και πνευματικής κληρονομιάς ως πυξίδα προσανατολισμού και μέσο διαπλάσεως μιας Νέας Γενιάς, ενός Νέου Ανθρωπίνου Τύπου, ενός Νέου Πολιτισμού, που θα αναδυθεί ρωμαλέος μέσα από τα συντρίμμια του συγχρόνου καταρρέοντος αντι-πολιτισμού της σκοτεινής εποχής.
Η εκδήλωση έκλεισε με υποβολή ερωτήσεων εκ μέρους του ακροατηρίου, συζήτηση και ανάπτυξη γόνιμου προβληματισμού.
Παραθέτουμε εν συνεχεία το μήνυμα που απέστειλε ο επί κεφαλής του ΑΡΜΑτος, το οποίο ανεγνώσθη κατά την διάρκεια της εκδηλώσεως: [ΣΥΝΕΧΕΙΑ]
Το σύμπαν – ειδικά από τον Ηράκλειτο και μετά – είναι ενιαίο, όχι ως τέτοιο αλλά στο μυαλό των ελλόγων ανθρώπων. Όλα πλέον μπορούν να ιδωθούν σαν μία συνέχεια ∙ σε όλα τα επίπεδα μπορούμε να ανακαλύψουμε αιτίες, τρόπους και σκοπούς, σύμφωνα με τους οποίους εκτυλίσσονται γεγονότα και συμβάντα. Ο Ηρακλείτειος Λόγος και μετέπειτα ο μετασωκρατικός λόγος έθεσε σειρά και τάξη στον κόσμο, εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε παραμέτρους και παράγοντες που κινούν τον κόσμο μας.
Πολλά είναι τα ερωτήματα που μας απασχολούν σχετικά με τον τρόπο που κινείται και εκτυλίσσεται ο κόσμος μας. Ας θυμηθούμε και μόνο το Αριστοτελικό τελεολογικό κριτήριο. Σύμφωνα με αυτό τίποτε στο σύμπαν, στον κόσμο, στην φύση δεν είναι τυχαίο. Η φύση δημιουργεί επάνω σε προκαθορισμένη κλίμακα προκειμένου να εκτυλίξει μία πολύ συγκεκριμένη σειρά ενεργειών, οι οποίες πάντα κάπου αποσκοπούν. Όλα γύρω μας εκπηγάζουν από συγκεκριμένες ιδέες και εκπροσώπους αυτών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση πάντα και παντού κάπου στοχεύουν. Σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα πρέπει να δεχθούμε την τυχαιότητα ως κυρίαρχη δύναμη του πλανήτη μας. Ο Σταγειρίτης είναι σαφής σε αυτό. Η φύση κρύβει μέσα της τον σκοπό, την οδό προς το κάτι.
Η δουλεία κατά τον Αριστοτέλη ενυπάρχει φύσει. Ξεκινώντας από την Πλατωνική έννοια του φύσει δούλου, κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο δέον να διακριθεί σαφώς και διαχωρισθεί το άρχον του αρχομένου. Στον Κόσμο, συνεχόμενο διά της αρμονικής τάξεως και, συναφώς, κάποιας εγγενούς οντικής ιεραρχίας, είναι το φυσικόν, «πέφυκεν», το ανώτερον να άρχει του υποδεεστέρου του· το οποίον πρέπει να υπακούει στις επιταγές του υπερτέρου του όντος, προς επιτέλεσιν του έργου το οποίο η φύση προέβλεψε και για τους δύο, συμφώνως προς την Κοσμικήν Τάξιν. Ο νόμος αυτός διέπει και την σχέση κυρίου και δούλου στην αρχαιοελληνική κοινωνία. Η τάξις αυτή επιτρέπει την επίτευξη της ιδίας φύσεως και στα δύο μέρη, εφ᾿ όσον και καθ᾿ όσον η σχέσις των αντανακλά την αρχική τους φύσι. Είναι δε εντελώς εσφαλμένη η διαδεδομένη, κυρίως μετά τους χριστιανικούς χρόνους, διαστρέβλωσις ότι οι δούλοι στην αρχαία Ελλάδα αντεμετωπίζοντο ως «αντικείμενα» και δεν ετύγχανον κανενός σεβασμού: απεναντίας. Τούτο μάλλον απετέλει ίδιον των βαρβάρων δουλοκτητών. Εκεί, όμως, δεν δύναται καθόλου να γίνει λόγος περί κοσμικής τάξεως αλλά περί περιστασιακής και στρεβλής σχέσεως δυνάμεως. Αυτό συμβαίνει, μάλιστα, στον ύψιστο βαθμό ακριβώς στην εποχή μας, όπου οι ευγενέστεροι υποδουλώνονται ολικώς στους αυθάδεις υπανθρωπίνους μεγιστάνας του χρήματος και των λοιπών στρεβλών κριτηρίων δυνάμεως της σκοτεινής μας εποχής.
Κατ’ αρχήν όχι η μονιμότητα, αλλά η μεταβλητότητα φαίνεται να αποτελή τον γενικό κανόνα. Η ιστορία των λαών, μας δίνει αφορμή να υποθέσουμε, ότι η ψυχή τους υφίσταται μερικές φορές μεγάλες και πολύ γρήγορες μεταμορφώσεις. Για παράδειγμα ποιος είναι αυτός που αγνοεί την μεγάλη και ουσιαστική διαφορά μεταξύ του χαρακτήρος του Άγγλου Κρόμβελλ και του Άγγλου των σημερινών χρόνων… Ποιος ιστορικός δεν σημείωσε τις παραλλαγές του εθνικού χαρακτήρος μεταξύ του 17ου και του 18ου αιώνος; Και στις μέρες μας ποιος δεν διακρίνει την καταπληκτική διαφορά ανάμεσα στα σημερινά ατίθασα μέλη της Convention (Coventionellis) και του χαρακτήρος των ευκολομεταχείριστων δούλων του Ναπολέοντα;(2) Κι όμως ήσαν οι ίδιοι άνθρωποι, οι οποίοι σε διάστημα ολίγων ετών, φαίνονται τελείως αλλαγμένοι. Για να ξεκαθαρίσωμε τις αιτίες των μεταβολών αυτών, θα πρέπει ευθύς αμέσως να υπενθυμίσουμε ότι το «Ψυχολογικό όν» όπως και το ανατομικό-φυσικό όν, διαμορφώνεται και στηρίζεται σε θεμελιώδη και άφθαρτα χαρακτηριστικά, γύρω από τα οποία συγκεντρώνονται δευτερεύοντα τροποποιήσιμα χαρακτηριστικά. Ο κτηνοτρόφος, που μετατρέπει την ορατή εμφάνιση κάποιου ζώου, ο κηπουρός που αλλάζει την όψη ενός φυτού, έτσι που κάποιος που δεν είναι εξασκημένος να μην το αναγνωρίζει, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος – σε καμία περίπτωση – δεν έχει επηρεάσει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του είδους. Δεν επηρέασαν παρά μόνο δευτερεύοντα και πρόσθετα χαρακτηριστικά.
[ΣΥΝΕΧΕΙΑ]
Μια πανάρχαια αντίληψη, που όσο και αν μοιάζει αυτονόητη, είναι σκοπίμως λησμονημένη, καθώς βρίσκεται στον αντίποδα των συγχρόνων εκμαυλιστικών πολιτικών και κοινωνικών θεωριών, είναι ότι, η πολιτική είναι ίσως η ανώτερη τέχνη της ζωής! Κύριο αντικείμενο της πολιτικής θα πρέπει να είναι η ζώσα πολιτεία. Περί της τέχνης αυτής και του αντικειμένου της, δηλαδή της πολιτείας, πρώτοι οι Έλληνες ήταν που στοχάστηκαν και μάλιστα συστηματικώς. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι οι οποίοι ίδρυσαν τις πρώτες αυθεντικά πολιτικές κοινότητες, εντός των οποίων οι πολίτες είχαν ρόλους και μεταξύ τους συσχετίσεις που καθιστούσαν τις κοινότητες αυτές οργανικά διαρθρωμένες. Προτού οι Έλληνες σχηματίσουν πολιτικές οντότητες, υπήρξαν βέβαια πολλά κράτη που ήταν και μεγάλα και πολύ ισχυρά. Όμως τα κράτη αυτά δεν ήσαν Πολιτείες, αφού αποτελούνταν από υπηκόους-υποτακτικούς, όχι από πολίτες. Μια πολιτεία διαφέρει λοιπόν από το κράτος κατά τούτο κυρίως: ότι στηρίζεται κατά βάσιν στην αυτοσυνειδησία των πολιτών της και την οργανική σχέση τους προς την κοινότητα, κοινότητα αίματος και πνεύματος. Οι πρόγονοί μας, οι Έλληνες, όχι μόνον εισήγαγαν την έννοια της πολιτείας αλλά και φιλοσόφησαν περί αυτής και περί της πολιτικής τέχνης.[…]